Where the Sidewalk Ends (Κηλίδες στο πεζοδρόμιο 1950) Otto Preminger
7.6
Dana Andrews, Gene Tierney, Gary Merrill
Οι Κηλίδες στο Πεζοδρόμιο (Πρωτότυπος τίτλος: Where the Sidewalk Ends) είναι ένα φιλμ νουάρ Αμερικανικής παραγωγής του 1950 σε σκηνοθεσία Ότο Πρέμινγκερ και σενάριο του Μπεν Χέκτ, βασισμένο στο μυθιστόρημα Κραυγή νύχτας του Γουίλιαμ Στιουάρτ, προσαρμοσμένο από τους Βίκτωρ Τρίβας, Φρανκ Π. Ρόζενμπεργκ, Ρόμπερτ Ε. Κεντ. Πρωταγωνιστούν ο Ντέινα Άντριους και η Τζιν Τίρνεϊ.
Η ταινία αναφέρεται στον αδίστακτο και κυνικό Μαρκ Ντίξον, έναν μητροπολιτικό αστυνομικό ντετέκτιβ, ο οποίος περιφρονεί όλους τους εγκληματίες επειδή ο πατέρας του ήταν ένας από αυτούς. Θεωρείται κλασική του είδους των φιλμ νουάρ, η οποία εμφανίζει μια δημόσια βία, που "παραμονεύει κάτω από την αστική κοινωνία"
Σε ένα παιχνίδι ζαριών σε μια παράνομη λέσχη στη Νέα Υόρκη που διευθύνεται από τον γκάνγκστερ Τόμμυ Σκαλίσι, η όμορφη κοπέλα Μόργκαν Τέιλορ αποφασίζει να φύγει και ο μεγιστάνας του Τέξας, Μόρισον προσφέρεται να την συνοδεύσει το σπίτι της. Ο Σκαλίσι σαφώς αναστατωμένος, καθώς ο Μόρισον έχει φτάσει να κερδίζει 19.000 δολλάρια, δίνει εντολή στον συνεργάτη του, Κεν Πέιν να αναλάβει δράση. Ωστόσο η Μόργκαν δείχνει αποφασισμένη να φύγει και ο Πέιν την χτυπά, όπου ο Μόρισον αντιδρά και οι δύο άντρες παλεύουν με τον Μόρισον να βγαίνει νοκ άουτ και πρότου φτάσει η αστυνομία να βρίσκεται νεκρός από μαχαίρωμα.
Ο αστυνομικός Μαρκ Ντίξον, ο οποίος μόλις υποβιβάστηκε σε βαθμό από τον διοικητή του λόγω της συνεχούς χρήσης βίας, φτάνει στο σημείο του εγκλήματος και αρχίζει να ανακρίνει τον Σκαλίσι. Ο γκάνγκστερ λέει πολλά ψέματα για το έγκλημα και κατονομάζει ως δολοφόνο τον Πειν. Ο Ντίξον πηγαίνει στο διαμέρισμα του Πέιν για να του κάνει ερωτήσεις, αλλά αυτός μεθυσμένος θυμώνει και επιτίθεται στον Ντίξον. Όμως, άγνωστο στον Ντίξον, ένας παλιός τραυματισμός του Πέιν έχει σαν αποτέλεσμα να πέσει κάτω, όπου χτυπά το κεφάλι του και πεθαίνει ακαριαία. Ο Ντίξον πανικοβλημένος αποφασίζει να ξεφορτωθεί το πτώμα, φορώντας το παλτό του και το καπέλο του Πέιν, προσποιούμενος το θύμα, βγαίνει από το διαμέρισμα, δημιουργώντας ψεύτικα ίχνη που υποδηλώνει ότι ο Πέιν έχει φύγει από την πόλη. Γυρνώντας ο Ντίξον πίσω στο διαμέρισμα του Πέιν, συναντά τον πατέρα της Μόργκαν και οδηγό ταξί Τζιγκς Τέιλορ, ο οποίος φτάνει εκεί νευριασμένος επειδή ο Πέιν τόλμησε και χτύπησε την κόρη του.
Στη συνέχεια, ο Ντίξον, παίρνει το πτώμα και το πετά στο ποτάμι, το οποίο πολύ σύντομα ανακαλύπτεται, αλλά ο Ντίξον στην προσπάθεια του να καλύψει το ατύχημα με τον Πέιν κατονομάζει τον Σκαλίσι ως τον δολοφόνο του Πέιν καθώς και του Μόρισον. Καθώς η υπόθεση εξελίσσεται, οι ντετέκτιβ παίρνουν κατάθεση από την Μόργκαν και τον πατέρα της. Η Μόργκαν αποδυκνύεται ότι είναι η πρώην σύζυγος του Πέιν. Αυτή και ο Ντίξον αρχίζουν να ερωτεύονται. Ωστόσο, παρόλο που ο Ντίξον επιμένει ότι ο Σκαλίσι είναι ο δολοφόνος, ο αστυνόμος Τόμας κατηγορεί τονΤζιγκς για την δολοφονία του Πέιν και τον συλλαμβάνει. Ο Ντίξον μην αντέχοντας να πει στην Μόργκαν την αλήθεια, κανονίζει να βρει έναν δικηγόρο για τον Τζιγκς. Ωστόσο, ο δικηγόρος απορρίπτει την υπόθεση, καθώς πιστεύει ότι θα την χάσει.
Μετά από μια άκαρπη αντιπαράθεση με τον Σκαλίσι, ο Ντίξον γράφει μια εξομολόγηση, απευθύνοντας τον φάκελο στον διοικητή Φόλεϊ. Στη συνέχεια, ο Ντίξον κανονίζει να συναντηθεί ξανά με τον Σκαλίσι, αναμένοντας να δολοφονηθεί. Ωστόσο ο Σκαλίσι καταλαβαίνει την πρόθεση του Ντίξον και αρνείται να το κάνει. Τότε ένας από τους άντρες του Σκαλίσι ανακοινώνει ότι η αστυνομία έχει μάθει την αλήθεια για τον Μόρισον από άλλο μέλος της συμμορίας. Καθώς η συμμορία προσπαθεί να δραπετεύσει σε ασανσέρ αυτοκινήτου, ο Ντίξον καταφέρνει να τους καθυστερήσει μέχρι ότου να φτάσει η αστυνομία.
Πίσω στο 16ο αστυνομικό τμήμα, ο Διοικητής δίνει στον Ντίξον το κλειστό γράμμα, μιας και είναι ζωντανός. Ο Ντίξον όμως επιμένει και ζητά απο τον διοικητή του να το διαβάσει. Ο Φόλεϊ το διαβάζει και συλλαμβάνει τον Ντίξον για τον θάνατο του Πέιν. Γνωρίζοντας την αλήθεια η Μόργκαν, λέει στον Ντίξον ότι τον αγαπά ακόμα και δηλώνει με σιγουριά ότι δεν θα τιμωρηθεί για τον τυχαίο θάνατο του Πέιν.